Ο νέος νόμος 3816/2010 για τη ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τράπεζες

3 Φεβρουαρίου 2010

1. Ο νόμος ρυθμίζει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών που προκλήθηκαν μετά την 30/7/2007. Η εξυπηρέτηση των ρυθμιζόμενων οφειλών γίνεται με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής ενώ διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού που σωρεύτηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Ο νόμος μάλιστα επεκτείνει τις παραπάνω δυνατότητες ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών και σε οφειλές από δάνεια και πιστώσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μετά την 1/1/2005 έως 30/6/2007. Πιο συγκεκριμένα:

Ο νέος νόμος ρυθμίζει καταρχήν τις οφειλές επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005. Ειδικότερα:

α) Σε ρύθμιση υπάγεται το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής από κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης εφόσον το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής από την κάθε σύμβαση δεν υπερβαίνει το ποσόν των 1.500.000 ευρώ.

β) Η ρύθμιση γίνεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής και κατ’ ελάχιστον σε επτά έτη. Τα δύο πρώτα έτη ο δανειολήπτης καταβάλει μόνο τόκους και μετά τις τοκοχρεολυτικές δόσεις.

γ) Αν πρόκειται για ληξιπρόθεσμες οφειλές μετά την 30.7.2007, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να προκαταβάλει για τη ρύθμιση κανένα ποσόν. Αν πρόκειται, ωστόσο, για ληξιπρόθεσμες οφειλές της περιόδου 1.1.2005 έως 30.6.2007, υποχρεούται να καταβάλει το 10% της οφειλής, δίχως να υπολογίζονται τόκοι ανατοκισμού και υπερημερίας.

δ) Για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές μετά την 30.7.2007, διαγράφονται με τη ρύθμιση οι τόκοι ανατοκισμού και υπερημερίας. Για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της περιόδου 1.1.2005 έως 30.6.2007 διαγράφονται οι τόκοι ανατοκισμού και υπερημερίας, εφόσον εξοφληθεί το ήμισυ της οφειλής.

ε) Σε ρύθμιση υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης που δεν έχουν καταγγελθεί. Δεν υπάγονται αντιθέτως επιδοτούμενα ή εγγυημένα δάνεια.

Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15/4/2010.

2. Ο νόμος περιλαμβάνει διατάξεις που στοχεύουν στη ρύθμιση ενήμερων οφειλών μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αγροτών. Καθορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να υπαχθούν στη ρύθμιση οι δανειολήπτες που τα έχουν ανάγκη, χωρίς ταυτόχρονα να τίθεται σε κίνδυνο η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι διατάξεις για τις ενήμερες οφειλές αφορούν τα επιχειρηματικά ή αγροτικά δάνεια. Δυνατότητα αξιοποίησης των διατάξεων έχουν:

α) οι επιχειρήσεις και επαγγελματίες με βιβλία τρίτης κατηγορίας και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι στην τελευταία ετήσια χρήση μέχρι τον Ιούνιο του 2009 είχαν ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των 2.500.000 ευρώ και ζημία στην ίδια χρήση. Προϋπόθεση είναι το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου να μην υπερβαίνει το ποσόν των 350.000 ευρώ.

β) επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των 150.000 ευρώ, κατ’ επάγγελμα αγρότες και επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντικές καταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα. Προϋπόθεση είναι το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου να μην υπερβαίνει το ποσόν των 200.000 ευρώ.

Οι παραπάνω δανειολήπτες έχουν μία από τις ακόλουθες δυνατότητες:

α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου, εφόσον η σύμβαση δεν έχει υπερβεί το ένα τρίτο της διάρκειάς της.

β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής,

γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.

Ακόμα, επιχειρήσεις και επαγγελματίες των πυρόπληκτων περιοχών από τις πυρκαγιές του 2007 έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν, για τα δάνεια που τους είχαν χορηγηθεί, την αναστολή επί διετία και αναδρομικά από 1.1.2010 της αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου. Κατά τη διετία αυτή καταβάλουν μόνο τους τόκους.

Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15/4/2010.

Ο νόμος λαμβάνει επίσης μέριμνα για την προστασία εκείνων που ενδέχεται να εκτεθούν σε πιέσεις από το κλείσιμο ή τη συρρίκνωση των πιστωτικών τους ορίων στα κεφάλαια κίνησης. Σε περίπτωση που αυτό συμβεί μέχρι τον Ιούνιο 2011, η επιστροφή του ποσού ρυθμίζεται σε πέντε έτη.

3. Ο νέος νόμος θέτει περιορισμούς στην επεξεργασία δυσμενών οικονομικών δεδομένων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και σε μακρόχρονους αποκλεισμούς οφειλετών από την οικονομική ζωή. Συγκεκριμένα:

– Προβλέπει το μέτρο της διαγραφής των δυσμενών δεδομένων για όσους έχουν τακτοποιήσει ή θα τακτοποιήσουν εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, τις οφειλές τους.

– Μειώνει κατά ένα έτος τα όρια εγγραφής στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ.

– Επιταγές και συναλλαγματικές που εξοφλούνται σε τριάντα ημέρες από τη σφράγισή τους ή τη λήξη τους, ανεξόφλητες οφειλές μέχρι 1.000 ευρώ όπως και πρόσφατα εξοφλημένες μέχρι 3.000 ευρώ δεν εμφανίζονται στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ.

– Οι τράπεζες ενημερώνουν χωρίς αμοιβή ή καθυστέρηση τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ για την εξόφληση των οφειλών.

– Προβλέπει την υπό προϋποθέσεις μη εμφάνιση στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ οφειλών που δικαιολογημένα αμφισβητούνται.

– Προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης μπλοκ επιταγών, σε όσους έχουν στερηθεί διοικητικά τη δυνατότητα, εφόσον υφίσταται εγγύηση.

Πληροφορίες και ενημέρωση για την εφαρμογή του νόμου αυτού δίδονται στην τηλεφωνική  γραμμή 8011197167 του Υπουργείου Οικονομίας.

Πηγή: Υπουργείο Οικονομίας

Advertisements

Εισπρακτικές Εταιρίες

8 Οκτωβρίου 2009

Αξίζει να ενημερωθούν και από το δικό μου βήμα οι καταναλωτές δανειακών προϊόντων και πιστωτικών καρτών ότι με τον πρόσφατο νόμο (Ν.3758/2009), ο οποίος ρυθμίζει τη λειτουργία των εισπρακτικών εταιριών, που πλέον μετονομάστηκαν σε Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, τίθεται για πρώτη φορά ένα θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας για αυτές τις επιχειρήσεις, με σκοπό την προστασία των οφειλετών από αθέμιτες και παράνομες πρακτικές.

Έτσι σύμφωνα με το νέο αυτό νόμο, οι βασικές Αρχές που πρέπει να τηρούν οι Εταιρείες Ενημέρωσης ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων (εισπρακτικές εταιρείες) κατά την ενημέρωση και επικοινωνία με τον οφειλέτη:

  • Κατά την ενημέρωση του οφειλέτη σχετικά με τα ληξιπρόθεσμα χρέη του, οι Εταιρείες Ενημέρωσης έχουν την υποχρέωση να συμπεριφέρονται στον οφειλέτη με ευπρέπεια και ειλικρίνεια, να σέβονται την προσωπικότητά του, αλλά και την ιδιωτική του ζωή, την υγεία, την ασφάλεια και το τραπεζικό του απόρρητο.
  • Πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης πρέπει να προηγείται επιβεβαίωση και ταυτοποίηση του οφειλέτη.
  • Σε κάθε τηλεφωνική επικοινωνία με τον οφειλέτη οι Εταιρείες έχουν υποχρέωση να εμφανίζουν τον αριθμό προέλευσης κλήσης (Δεν επιτρέπεται η κλήση προς τον οφειλέτη από τηλεφωνική γραμμή με την ένδειξη «Απόκρυψη»).
  • Οι υπάλληλοι των Εταιρειών Ενημέρωσης οφείλουν να ενημερώνουν τους οφειλέτες σχετικά με το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά τους, καθώς και για το σκοπό της επικοινωνίας. Επιπλέον πρέπει να δηλώνεται στον οφειλέτη ο αριθμός μητρώου της εταιρείας, καθώς οι εταιρείες αυτές είναι υποχρεωμένες από το νόμο να εγγράφονται σε ειδικό μητρώο του Υπουργείου Ανάπτυξης, στο οποίο καταχωρούνται και τα πλήρη στοιχεία των νομίμων εκπροσώπων τους.
  • Δεν πρέπει να οχλείται ο οφειλέτης, τηλεφωνικώς ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, περισσότερες από μία φορά ανά δεύτερη ημέρα.

Περιορισμοί που επιβάλλονται στις Εταιρείες Ενημέρωσης:

  • Απαγορεύεται στις Εταιρείες Ενημέρωσης να εισπράξουν οι ίδιες με οποιονδήποτε τρόπο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, ή να αναθέσουν την είσπραξη σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
  • Ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώνεται ότι τα προσωπικά του δεδομένα (π.χ. διεύθυνση και τηλέφωνο επικοινωνίας), έχουν διαβιβαστεί στην Εταιρεία Ενημέρωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα (Ν. 2472/1997).
  • Η τηλεφωνική επικοινωνία στο χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας.
  • Δεν επιτρέπεται να οχλείται ο οφειλέτης για χρέη που έχουν υποβληθεί σε διακανονισμό ή έχουν παραγραφεί ή για απαιτήσεις που απορρέουν από γενικούς όρους συναλλαγών, οι οποίοι έχουν κριθεί καταχρηστικοί από αμετάκλητες δικαστικές απόφάσεις.
  • Ο οφειλέτης δεν επιβαρύνεται με δαπάνες για την ανάθεση της ενημέρωσης σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από το δανειστή προς την Εταιρεία Ενημέρωσης.
  • Απαγορεύεται στις Εταιρείες η πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων όπως στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», ή σε άλλα αρχεία για τη διακρίβωση της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη.
  • Προβλέπεται η καταγραφή των τηλέφωνικών συνδιαλέξεων με τον οφειλέτη σε περίπτωση διακανονισμού ή ρύθμισης της οφειλής τους. Όμως δεν επιτρέπεται η καταγραφή της συνομιλίας σε περίπτωση απλής ενημέρωσης για την οφειλή.

Απαγορεύεται στις Εταρείες Ενημέρωσης να προβαίνουν σε αθέμιτες και παραπλανητικές πρακτικές προς τον οφειλέτη, όπως:

  • Να εμφανίζουν κατά την επικοινωνία με τον οφειλέτη ιδιότητες που δεν διαθέτουν, όπως υπάλλήλων των δανειστών, δικηγόρων ή δικαστικών επιμελητών.
  • Να ασκούν οποιαδήποτε σωματική βία ή ψυχολογική πίεση στον οφειλέτη, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση ότι απειλείται το επάγγελμα, η περιουσία ή η ζωή του οφειλέτη ή και των οικείων του.
  • Να επιδεικνύουν προσβλητική συμπεριφορά ή να χρησιμοποιούν προσβλητικές εκφράσεις εναντίον του οφειλέτη ή των οικείων του.
  • Να δυσφημίζουν ή ακόμη και να απειλούν ότι θα δυσφημίσουν τον οφειλέτη στον οικογενειακό ή εργασιακό του περιβάλλον.
  • Να εκμεταλλεύονται περιστάσεις αντικειμενικής αδυναμίας του οφειλέτη (π.χ. βαριά ασθένεια).
  • Να απειλούν ότι θα λάβουν μη νόμιμα μέτρα εις βάρος του οφειλέτη (π.χ. κατάσχεση και πλειστηριασμός περιουσιακών στοιχείων χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση που να διατάσσει την αναγκαστική εκτέλεση).
  • Να δίνουν παραπλανητικές πληροφορίες στον οφειλέτη (π.χ. σχετικά με το χρέος του).
  • Να ενοχλούν πρόσωπα της οικογένειας του οφελέτη σχετικά την εξόφληση του χρέους.
  • Να παραπλανούν τον οφειλέτη παρουσιάζοντάς του έγγραφα που δημιουργούν εσφαλμένα την εντύπωση ότι πρόκειται για επίσημα δικαστικά έγγραφα (π.χ. εκθέσεις κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων).
  • Να δίνουν ανακριβείς πληροφορίες στον οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες αθέτησης της πληρωμής.

Ειδικές υποχρεώσεις που οφείλουν να τηρούν οι Εταιρείες Ενημέρωσης:

  • Σε περίπτωση έγγραφης επικοινωνίας με τον οφειλέτη (π.χ. επιστολή), οι Εταιρείες Ενημέρωσης υποχρεούνται επιπλέον να αναγράφουν την πλήρη εμπορική τους επωνυμία, την ταχυδρομική διεύθυνση της έδρας τους με οδό, αριθμό, πόλη, ταχυδρομικό κώδικα, τηλεφωνικό αριθμό, αριθμό fax και διεύθυνση e-mail, καθώς και τον αριθμό μητρώου της Εταιρείας.
  • Εφόσον ζητηθεί από τον οφειλέτη, οι Εταιρείες οφείλουν να τον ενημερώσουν εγγράφως και με δικά τους έξοδα, για το ύψος και την προέλευση της οφειλής κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και λοιπές προσαυξήσεις, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία.

Κυρώσεις

Σε περίπτωση κατά την οποία, η Εταιρεία Ενημέρωσης δεν τηρεί τις παραπάνω προβλεπόμενες από το νόμο υποχρεώσεις, καλούνται οι θιγόμενοι οφειλέτες να διαμαρτύρονται εγγράφως στο δανειστή – τράπεζα, ενημερώνοντας ταυτόχρονα και την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και την ΕΚΠΟΙΖΩ, καθώς προβλέπονται για την εταιρεία αυστηρότατες κυρώσεις (πρόστιμο από 5.000 ευρώ έως 500.000 ευρώ, ακόμη και διαγραφή της εταιρείας από το μητρώο σε περίπτωση υποτροπής).

Πηγή: http://www.ekpizo.gr


Μειώνεται η παραμονή στον «Τειρεσία»

24 Δεκεμβρίου 2008

Μειώνεται κατά ένα ή δύο έτη ο χρόνος παραμονής στη μαύρη λίστα του «Τειρεσία» για όσους δεν τακτοποιούν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες ή προς ιδιώτες.

Με διάταξη του νομοσχεδίου αντικαθίσταται το άρθρο 40 του Ν 3259/2004 και διαμορφώνεται ως εξής:

Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί νόμιμα χάριν αυτών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντιστοίχως αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων:

α) Απλήρωτες επιταγές, επί του σώματος των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, απλήρωτες κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων τρία (3) έτη. (Παραμένει ως έχει).

β) Διαταγές πληρωμής, τέσσερα (4) έτη. [Σήμερα είναι πέντε (5) έτη].

γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, πέντε (5) έτη. [Σήμερα είναι πέντε (5) έτη].

Επιτρέπεται στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα η διαβίβαση προς καταχώριση δεδομένων επί των εκάστοτε ανεξόφλητων υπολοίπων δανείων ή και πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των υφιστάμενων, που χορηγούν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, σε αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί νόμιμα, χάριν αυτών, χωρίς την προϋπόθεση του άρθρου 5, παρ. 1 του Ν 2472/1997 (ΦΕΚ Α΄ 50).

Η πρόσβαση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στα ως άνω δεδομένα επιτρέπεται μόνο κατά τους όρους και προϋποθέσεις του Ν 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει και εφαρμόζεται.

Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών των δεδομένων δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία.

Πηγή: H Nαυτεμπορική, 17.12.2008


Παράνομοι και καταχρηστικοί τόκοι και έξοδα στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης

3 Ιουλίου 2008

Με νέα απόφασή του το Εφετείο Αθηνών επικυρώνει πρωτόδικη απόφαση σε συλλογική αγωγή που είχε ασκήσει η ένωση καταναλωτών Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ κατά της Εθνικής Τράπεζας, και κρίνει καταχρηστικούς τους συμβατικούς όρους που προβλέπουν την επιβολή προμηθειών ή (δήθεν) εξόδων για τραπεζικές εργασίες ή προβλέπουν αυθαιρεσίες στη διαμόρφωση των επιτοκίων.
Ειδικότερα, καταχρηστικοί κρίνονται με την παραπάνω απόφαση οι όροι που προβλέπουν:

  1. την επιβάρυνση του καταναλωτή που χρησιμοποιεί την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης με τόκους αναδρομικά από την ημέρα διεξαγωγής της συναλλαγής και όχι με την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής που αναγράφεται στο μηνιαίο λογαριασμό που του αποστέλλεται (γεγονός που συνεπάγεται την επιβάρυνση του καταναλωτή με τόκους κατά μέσο όρο 35 ημερών),
  2. την επιβολή εξόδων για τις αναλήψεις μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσό ανάληψης (από 3 έως 20 ευρώ),
  3. την καταστρατήγηση της διαφάνειας του κυμαινόμενου επιτοκίου στις πιστωτικές κάρτες με τη δυνατότητα της τράπεζας για μεγαλύτερη αναπροσαρμογή από αυτή που προκύπτει από την αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή τη δυνατότητα της τράπεζας να μην μειώσει το επιτόκιο όταν η πορεία των επιτοκίων της ΕΚΤ είναι καθοδική,
  4. την επιβολή εξόδων αδράνειας (0,60 ή 1,00 ευρώ ανά μήνα) σε καταθετικούς λογαριασμούς που παραμένουν ακίνητοι για διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών,
  5. τη δυνατότητα της τράπεζας να διαφοροποιεί τα επιτόκια καταθέσεων ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού,
  6. τον περιορισμό της ευθύνης της τράπεζας σε περίπτωση που γίνει παράνομη χρήση του απωλεσθέντος ή κλαπέντος βιβλιαρίου καταθέσεως,
  7. την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων. Επίσης, κατά τη συζήτηση της έφεσης που είχε ασκήσει η Εθνική Τράπεζα κατά της πρωτόδικης απόφασης παραιτήθηκε από ένα μέρος της έφεσής της, δηλώνοντας ότι παύει τη χρήση των ακόλουθων επίσης όρων που κρίθηκαν πρωτοδίκως καταχρηστικοί και προβλέπουν:
  8. την επιβολή εξόδων για την εξέταση αιτήματος δανειοδότησης που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσόν του στεγαστικού δανείου (από 550 έως 1.500 ευρώ),
  9. την επιβολή επιβάρυνσης στον δανειολήπτη 50 ευρώ για τη χορήγηση από την τράπεζα βεβαίωσης οφειλών,
  10. την μονομερή μεταβολή των όρων λειτουργίας των λογαριασμών καταθέσεων,
  11. τον μονομερή καθορισμό των ημερών δέσμευσης και διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας αναφορικά με ποσά που κατατίθενται.

Η απόφαση υποχρεώνει την τράπεζα σε χρηματική ικανοποίηση 100.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη το καταναλωτικό κοινό, ενώ προβλέπει ποινή 3.000 ευρώ σε βάρος της τράπεζας για κάθε περίπτωση παραβίασης της απόφασης, η οποία ως τελεσίδικη είναι πλέον εκτελεστή.
Το παράνομο κέρδος, το οποίο αποκομίζουν οι τράπεζες σε βάρος των καταναλωτών από τη χρήση των παραπάνω καταχρηστικών αυτών όρων, ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Αρκεί να επισημανθεί ότι μόνο από τη χρήση των δύο πρώτων όρων, που εφαρμόζονται κατεξοχήν σε βάρος των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων που χρησιμοποιούν την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, οι τράπεζες εισπράττουν παρανόμως ετησίως, λαμβάνοντας υπόψη το υπόλοιπο πιστωτικών καρτών σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, περισσότερο από 250 εκατομμύρια ευρώ.

Είναι γι’ αυτό σημαντικό να παύσουν όλες οι τράπεζες να εφαρμόζουν τις παράνομες αυτές πρακτικές, αλλά και να διευκολυνθούν οι διαδικασίες αποζημίωσης των καταναλωτών. Το Υπουργείο Ανάπτυξης έχει τις αρμοδιότητες να υποχρεώσει τις τράπεζες να παύσουν τη χρήση των καταχρηστικών αυτών όρων, δίχως να χρειάζεται να καταστεί η απόφαση αυτή και αμετάκλητη. Πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς οι παραπάνω όροι πλήττουν κατεξοχήν τα αδύνατα κοινωνικά στρώματα που αναγκάζονται να χρησιμοποιούν πιστωτικές κάρτες και υποχρεώνονται πέραν από τους υπέρμετρους και αθέμιτους τόκους, να καταβάλλουν και τις παραπάνω πρόσθετες καταχρηστικές επιβαρύνσεις.

Πηγή: ΕΚΠΟΙΖΩ


Υπουργική Απόφαση για Συμμόρφωση Τραπεζών με Αμετάκλητες Δικαστικές Αποφάσεις και Μείωση Επιτοκίων

30 Ιουνίου 2008

Ο Υπουργός Ανάπτυξης κ. Χρήστος Φώλιας και ο Υφυπουργός Ανάπτυξης κ. Γεώργιος Βλάχος υπέγραψαν απόφαση με θέμα την απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις στις συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους δανειολήπτες.

Η υπουργική απόφαση αφορά σε 3 κατηγορίες τραπεζικών προϊόντων:

  1. συμβάσεις  στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου
  2. συμβάσεις  χορήγησης πιστωτικών καρτών
  3. συμβάσεις  λογαριασμού καταθέσεως

Οι 15 καταχρηστικοί όροι συναλλαγών:

Με την έκδοση της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης ρυθμίζονται μια σειρά από σημαντικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές τραπεζικών προϊόντων και οι δανειολήπτες στις συναλλαγές τους με τις τράπεζες και συγκεκριμένα:

  • Απαγορεύεται η τράπεζα να ζητήσει από τον καταναλωτή ποινή προεξόφλησης σε περίπτωση που ο ίδιος θελήσει να προεξοφλήσει το δάνειο που οφείλει μετά τον πρώτο χρόνο σε στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο.
  • Προβλέπεται ότι οι τόκοι που θα επιβαρύνεται ο καταναλωτής σε περίπτωση στεγαστικού δανείου κυμαινόμενου επιτοκίου, θα υπολογίζονται με βάση τις 365 ημέρες και όχι τις 360 ώστε να αποφεύγονται οι σε βάρος του πρόσθετες χρεώσεις.
  • Απαγορεύεται η είσπραξη εξόδων «χρηματοδότησης», «προέγκρισης δανείου», ή «εξέτασης αιτήματος δανείου», κλιμακούμενων ανάλογα με το ποσόν του δανείου.
  • Απαγορεύεται η επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων φακέλου»
  • Απαγορεύεται η τράπεζα σε περίπτωση που καθυστερήσει ο καταναλωτής να πληρώσει έστω και μία δόση ή μέρος κάποιας δόσης δανείου που χρωστάει να του ζητήσει όλο το υπόλοιπο ποσό δανείου συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που αναλογούν στο δάνειο που του χορηγήθηκε.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα όταν υποθηκεύει το σπίτι ενός καταναλωτή ο οποίος το αγοράζει με στεγαστικό δάνειο και εγγυάται για το δάνειο αυτό και κάποιο άλλο πρόσωπο, να ζητά ως επιπλέον εξασφάλισή  της και την μεταβίβαση των ενοικίων που τυχόν εισπράττει ο καταναλωτής σε περίπτωση που ενοικιάζει το σπίτι.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να υποχρεώνει τον εγγυητή του δανείου να παραιτείται από δικαιώματα που του αναγνωρίζει ο νόμος, όταν από δική της υπαιτιότητα δεν φροντίζει εγκαίρως να ικανοποιηθεί από το πρόσωπο στο οποίο η ίδια έχει χορηγήσει το δάνειο.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να επιβάλει προμήθεια σε περίπτωση που ο καταναλωτής κάνει ανάληψη μετρητών με τη μορφή δανείου από πιστωτική κάρτα.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να αυξάνει αυθαίρετα και αναιτιολόγητα το επιτόκιο στις πιστωτικές κάρτες χωρίς να το προσδιορίζει επακριβώς, να το συνδέει και να το προσαρμόζει με επιτόκιο αναφοράς, π.χ. Euribor.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης με κάποιο καταναλωτή σχετικά με κάποιο όρο που αφορά σύμβαση για έκδοση πιστωτικής κάρτας να υποχρεώνει τον τελευταίο να μεταβαίνει στα δικαστήρια της έδρας της για να δικασθεί η υπόθεσή του. Έτσι, αποφεύγονται άσκοπες μετακινήσεις και έξοδα των καταναλωτών, οι οποίοι σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούν να προσφύγουν στο δικαστήριο που βρίσκεται στην περιφέρεια της κατοικίας τους.
  • Κατοχυρώνεται η περίπτωση σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής θα μπορεί να αμφισβητήσει τυχόν χρεώσεις και οφειλές από πιστωτική κάρτα, ακόμα και αν δεν αντιδράσει εγκαίρως και σύμφωνα με τις προθεσμίες που του έχει τάξει η τράπεζα.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να καταγγείλει οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση ή αιτιολόγηση, τη σύμβαση πίστωσης με τον κάτοχο (ή και να απαγορεύσει οποιαδήποτε χρήση της κάρτας), καθώς και να τροποποιεί μονομερώς οποιοδήποτε όρο της σύμβασης.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να αναπροσαρμόζει την ετήσια συνδρομή πιστωτικής κάρτας χωρίς προηγουμένως να ενημερώνει τον κάτοχο  καταναλωτή.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να παρακρατά προμήθεια ή να επιβάλει έξοδα στους καταναλωτές για την χορήγηση βεβαίωσης οφειλών.
  • Απαγορεύεται η τράπεζα να επιβάλει χρεώσεις σε λογαριασμούς με καταθέσεις χρημάτων κάτω από το όριο που η ίδια καθορίζει.

Με αφορμή την έκδοση της υπουργικής απόφασης ο Υπουργός Ανάπτυξης Χρήστος Φώλιας έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Με την απόφαση αυτή αποκτούν καθολική εφαρμογή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από το 1998 και μετά, αλλά ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με διάφορες προφάσεις απέφευγαν να τηρήσουν.

Με απλά λόγια αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να εφαρμόζουν τις αποφάσεις αυτές στις συναλλαγές τους με  όλους τους καταναλωτές, χωρίς να απαιτείται ο καταναλωτής να προσφεύγει κάθε φορά στη δικαιοσύνη για να πετύχει την απάλειψη όρου που έχει ήδη κριθεί καταχρηστικός με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Εάν παρατηρηθούν περιπτώσεις (είτε από καταγγελίες καταναλωτών, είτε από αυτεπάγγελτη έρευνα) μη συμμόρφωσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τη συγκεκριμένη υπουργική απόφαση, θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στο νόμο.

Με αφορμή την έκδοση της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης καλούμε τις τράπεζες να επαναπροσδιορίσουν την πολιτική τους στο ζήτημα καθορισμού των επιτοκίων των πιστωτικών καρτών που διαθέτουν στο καταναλωτικό κοινό.

Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών των Ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι κατά πολύ υψηλότερα από τα εξωτραπεζικά επιτόκια δανεισμού, από τα αντίστοιχα επιτόκια πιστωτικών καρτών σε άλλες χώρες της ΕΕ, αλλά και από τα επιτόκια καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων στη χώρα μας.

Γι’ αυτό καλούμε τις τράπεζες στα πλαίσια της αυτορρύθμισης να αναπροσαρμόσουν τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών, σε χαμηλότερα επίπεδα.

Παράλληλα διερευνάται η δυνατότητα θεσμικής παρέμβασης στο συγκεκριμένο θέμα, που θα αξιοποιεί το σκεπτικό παλαιότερης δικαστικής απόφασης και την εμπειρία άλλων χωρών χωρίς να αντιτίθεται στη λειτουργική ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στο ευρωπαϊκό δίκαιο περί ανταγωνισμού.

Η απόφαση αυτή αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα προσπαθειών που από κοινού με τις ενώσεις καταναλωτών και με εκπροσώπους του τραπεζικού κλάδου, έχουμε ξεκινήσει με στόχο την αντιμετώπιση στρεβλώσεων στην αγορά τραπεζικών προϊόντων και τη δημιουργία κουλτούρας υπεύθυνου δανεισμού.

Η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί με συνέπεια και υπευθυνότητα μακριά από λαϊκισμούς και υπερβολές, αλλά και χωρίς συμβιβασμούς και εκπτώσεις εκεί που οι επιχειρηματικές πρακτικές δεν σέβονται τους νόμους και την κοινή λογική.»

Όλα τα παραπάνω αξίζει να μελετηθούν προσεκτικά καθώς αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια όλων των καταναλωτών-δανειοληπτών κατά τις συναλλαγές τους με τις τράπεζες.

Πηγή: Υπουργείο Ανάπτυξης


Πρόωρη εξόφληση καταναλωτικών δανείων

28 Φεβρουαρίου 2008

Με νέα πρόταση-οδηγία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προαναγγέλλει κάποιες μεταβολές στο νομοθετικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη και ειδικότερα για την πρόωρη αποπληρωμή των καταναλωτικών δανείων.

Σύμφωνα με το νέο κείμενο κατοχυρώνεται κατ’ αρχήν το δικαίωμα του καταναλωτή να αποπληρώνει πρόωρα ανά πάσα στιγμή μέρος ή το σύνολο του καταναλωτικού του δανείου και ταυτόχρονα να απαλλάσσεται πλήρως από το κόστος του δανείου (τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις) για το χρονικό διάστημα μετά την πρόωρη αποπληρωμή.

Παράλληλα όμως με την ίδια πρόταση-οδηγία αναγνωρίζεται και το δικαίωμα των πιστωτικών φορέων να ζητούν αποζημίωση για την πρόωρη αποπληρωμή.

H αποζημίωση αυτή θα οφείλεται από τους δανειζόμενους μόνο στα δάνεια με σταθερό επιτόκιο και όχι στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως ακριβώς ισχύει ήδη και για τα στεγαστικά δάνεια.

Και τέλος η αποζημίωση που θα οφείλεται για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων με σταθερό επιτόκιο θα πρέπει:

α) να μην υπερβαίνει το 1% του ποσού της πρόωρης αποπληρωμής εάν ο εναπομένων χρόνος είναι μεγαλύτερος του έτους ή το 0,5% εάν ο εναπομένων χρόνος είναι μικρότερος του έτους και ταυτόχρονα

β) να μην υπερβαίνει το ποσό των συμβατικών τόκων που θα είχε καταβάλλει ο καταναλωτής κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της πρόωρης αποπληρωμής και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης.

 

Πηγή: Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. 13.11.2007-Αρ. 14 της Κοινής Θέσης του Συμβουλίου για την έκδοση Οδηγίας για τις συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται με τους καταναλωτές και την κατάργηση της Οδηγίας 7/102/ΕΟΚ.

 


ΣΥΣΤΑΣΗ στις τράπεζες από το Συνήγορο του Καταναλωτή

6 Ιουνίου 2007

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, είναι μία Ανεξάρτητη Αρχή επιφορτισμένη με την συναινετική εξωδικαστική επίλυση καταναλωτικών διαφορών, έχοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να προβαίνει σε συστάσεις και υποδείξεις προς τους προμηθευτές, ιδίως όταν από την επιχειρηματική συμπεριφορά τους θίγεται μεγάλος αριθμός καταναλωτών.

O Συνήγορος του Καταναλωτή έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν σχετικής ενυπόγραφης αναφοράς, των υποθέσεων της αρμοδιότητάς του με στόχο την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή πρόσφατα απεύθυνε σύσταση προς τις τράπεζες που χορηγούν δάνεια σταθερού επιτοκίου στις συμβάσεις των οποίων συχνά προβλέπεται όρος για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, να τροποποιήσουν τις τυποποιημένες δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου ως προς τον σχετικό όρο προς την κατεύθυνση να προκύπτει από αυτόν η αιτία της επιβάρυνσης του δανειολήπτη, ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσής του και αναλυτικά τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή, χάριν της αρχής της διαφάνειας που συνιστά θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή αποφάσισε ότι η σύσταση αυτή θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί με στόχο την ταχύτερη και συνολική διευθέτηση του ζητήματος.

Οι λόγοι που οδήγησαν στη σύσταση αυτή είναι ότι σε δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου με τράπεζες που συνάπτει μεγάλος αριθμός πολιτών-καταναλωτών, έχουν παρατηρηθεί τα ακόλουθα:

1) Στις δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου διαπιστώνεται συχνά η ύπαρξη όρου για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου (π.χ. 2% ή έξι μηνών τόκοι κ.ά. επί του πρόωρα εξοφλούμενου κεφαλαίου).

2) Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική ποσοστιαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού με αποτέλεσμα οι επανατοποθετήσεις των κεφαλαίων από πρόωρα εξοφλούμενα δάνεια να πραγματοποιούνται με ευνοϊκότερους για τις τράπεζες όρους.

3) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 εδ. ια του Ν.2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι Γ.Ο.Σ. (γενικοί όροι συμβάσεων) που μεταξύ άλλων «ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (…)». Οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται, άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί και αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ. Για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΑΠ 430/2005). Οι Γ.Ο.Σ. πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Συνεπώς, ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος θα πρέπει να είναι για τον καταναλωτή σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο καταναλωτής θα πρέπει να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς την επιβάρυνση της πρόωρης εξόφλησης, ενώ η διαφάνεια και σαφήνεια θα πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την αιτία της παροχής αλλά και ως προς το περιεχόμενό της.

4) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 372 του ΑΚ «σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους είναι άκυρη».

5) Σύμφωνα με το κεφάλαιο Β της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (ΦΕΚ Α΄277/18.11.2002) «τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης 2. Ως προς τις χορηγήσεις η ελάχιστη ενημέρωση αφορά: (…) ix) Τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόωρης εξόφλησης (…) του δανείου, καθώς και τις επιβαρύνσεις, όπου αυτές επιτρέπονται, και τον τρόπο υπολογισμού τους.»

6) Είναι καταχρηστικός ο προδιατυπωμένος από την τράπεζα όρος καταβολής οικονομικής επιβάρυνσης στην περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου που χορηγείται με σταθερό επιτόκιο, ο οποίος όρος δεσμεύοντας οπωσδήποτε είτε από την αρχή είτε μεταγενεστέρως τον καταναλωτή: α. δεν διασαφηνίζει αν πρόκειται για αποζημίωση που σκοπό έχει την κάλυψη πράγματι ζημίας της τράπεζας ή αν πρόκειται για ποινική ρήτρα ανεξάρτητα από την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας. β. Δεν προκαθορίζει εκ των προτέρων εύλογα και ειδικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της ζημίας της τράπεζας ή της εκτάσεώς της και επομένως λόγω της αοριστίας αυτής του όρου παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, διότι δεν επιτρέπει στον καταναλωτή να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς την επιβάρυνση της πρόωρης εξόφλησης.

7) Η αξίωση της τράπεζας για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από την πρόωρη εξόφληση δανείου δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή της να καταστήσει σαφές στο δανειολήπτη τι ζητά, για ποιο λόγο είναι υποχρεωμένος ο δανειολήπτης να το καταβάλει και πώς υπολογίζεται το ύψος της επιβάρυνσης αυτής, χάριν της αρχής της διαφάνειας του περιεχομένου των συμφωνιών, της τήρησης του άρθρου 372 του ΑΚ και της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002.

8) Η επιβάρυνση που καλείται ο δανειολήπτης να καταβάλει θα πρέπει να είναι εύλογη, αντικειμενική και δίκαιη και να μην υπερβαίνει το ύψος της πραγματικής ζημίας που υφίσταται η τράπεζα από την πρόωρη εξόφληση. Η ζημία που καλείται ο δανειολήπτης να αποκαταστήσει, αν και εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων τα οποία να εκτίθενται αναλυτικά. Κριτήρια υπολογισμού της ζημίας της τράπεζας είναι ο εναπομείναν χρόνος από την πρόωρη εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου, η απαλλαγή της τράπεζας από το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου. Επίσης, μία σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη στα τοκοχρεωλυτικά δάνεια συνίσταται στον τρόπο υπολογισμού της τοκοχρεωλυτικής δόσης ο οποίος έχει ως συνέπεια την προείσπραξη από την τράπεζα του μεγαλύτερου μέρους των τόκων στην αρχική περίοδο αποπληρωμής του δανείου δεδομένου ότι η εξόφληση του δανειζόμενου κεφαλαίου ακολουθεί μία αύξουσα πορεία σε αντίθεση με την εξόφληση των τόκων του κεφαλαίου της οποίας η πορεία είναι φθίνουσα.

9) Ο προδιατυπωμένος συνεπώς από την τράπεζα όρος υποχρεωτικής καταβολής οικονομικής επιβάρυνσης στην περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου που χορηγείται με σταθερό επιτόκιο, ο οποίος επιτρέπει στην τράπεζα να εισπράττει κατ’αποκοπή ποσό αποζημίωσης σε περίπτωση προεξόφλησης δανείου χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης ή της εκτάσεως της ζημίας της τράπεζας από την προεξόφληση, δηλαδή από τον οποίο δεν προκύπτουν αφενός ο λόγος της υποχρέωσης του δανειολήπτη καθώς δεν επιτρέπει στον δανειολήπτη να αντιληφθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό την αιτία της επιβάρυνσής του, εάν δηλ. αυτή αφορά πράγματι αποκατάσταση ζημίας της τράπεζας ή εάν επιβάλλεται ως είδος ποινής από τη στιγμή μάλιστα που δεν επιτρέπεται να μειωθεί στο προσήκον μέτρο ανάλογα με τη ζημία που υφίσταται η τράπεζα από την πρόωρη εξόφληση του δανείου, αφετέρου τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή, δηλαδή τον τρόπο υπολογισμού της, κατά τρόπο εύλογο για τον καταναλωτή, καθίσταται χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστος και παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

10) Με αυτήν την έννοια θα πρέπει να προκύπτει από τον όρο για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου σταθερού επιτοκίου ο λόγος της υποχρέωσης του δανειολήπτη, ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσής του και αναλυτικά τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή.

Πηγή: www.synigoroskatanaloti.gr

Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση που οι παραπάνω όροι δεν περιλαμβάνονται στους ειδικούς όρους της τραπεζικής σύμβασης, ο δανειολήπτης-καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη μη πληρωμή της ποινής προεξόφλησης.