Πότε είναι έγκυρες οι συμφωνίες επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό

10 Μαΐου 2007

Στόχος των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισµού είναι η προστασία του ανταγωνισµού στην αγορά ως µέσο για την προώθηση της ευηµερίας του καταναλωτή και την εξασφάλιση µιας αποτελεσµατικής κατανοµής των πόρων. Σε κάποιες περιπτώσεις οι συµφωνίες που περιορίζουν τον ανταγωνισµό µπορεί να έχουν ευεργετικά αποτελέσµατα γι’ αυτόν χάρη στη βελτίωση της αποτελεσµατικότητας, η οποία µπορεί να δηµιουργήσει πρόσθετη αξία εξαιτίας της µείωσης του κόστους παραγωγής, της βελτίωσης της ποιότητας ή της δηµιουργίας ενός νέου προϊόντος ή υπηρεσίας.

Εφόσον τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισµό αποτελέσµατα µιας συµφωνίας υπερτερούν έναντι των αρνητικών, η συµφωνία κρίνεται τελικά ευνοϊκή για τον ανταγωνισµό και σύµφωνη µε τους στόχους των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισµού. Τελικό αποτέλεσµα των εν λόγω συµφωνιών είναι η προώθηση της ίδιας της ανταγωνιστικής διαδικασίας ως προς την ουσία της, και συγκεκριµένα η προσέλκυση πελατείας µε την προσφορά καλύτερων προϊόντων ή καλύτερων τιµών από εκείνες που προσφέρουν οι ανταγωνιστές. Από τις περιοριστικές, λοιπόν, συµφωνίες µπορούν να προκύψουν αντικειµενικά οικονοµικά οφέλη που να αντισταθµίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις του περιορισµού του ανταγωνισµού.

Για να είναι νόμιμες αυτές οι συμφωνίες, πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα τέσσερις προϋποθέσεις, δύο θετικές και δύο αρνητικές:

α) η συµφωνία πρέπει να συµβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανοµής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονοµικής προόδου,

β) πρέπει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές δίκαιο τµήµα από το όφελος που προκύπτει,

γ) οι περιορισµοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών, και τέλος

δ) η συµφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα µέρη τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισµού επί σηµαντικού τµήµατος των σχετικών προϊόντων.

Εφόσον πληρούνται οι τέσσερις αυτές προϋποθέσεις, η συµφωνία ενισχύει τον ανταγωνισµό στη σχετική αγορά, δεδοµένου ότι οδηγεί τις ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις στην προσφορά φθηνότερων ή καλύτερων προϊόντων στους καταναλωτές, αποζηµιώνοντας έτσι τους τελευταίους για τα δυσµενή αποτελέσµατα που έχουν οι περιορισµοί του ανταγωνισµού.
Πηγή: Ανακοίνωση Ε.Ε. 2004/C101/08

 

Advertisement

«Περίεργοι» όροι σε συμβάσεις με τράπεζες

26 Απριλίου 2007

Πολίτης-καταναλωτής ζήτησε από την Τράπεζά του να του χορηγήσει κάρτα αυτόματης ανάληψης μετρητών. Η Τράπεζα του ζητάει να συμπληρώσει και να υπογράψει προεκτυπωμένη αίτηση για χορήγηση χρεωστικής κάρτας. Στην αίτηση σε παράγραφο με τίτλο «Διαβάστε προσεκτικά και υπογράψτε» υπάρχει ο όρος: «Δέχομαι να χρησιμοποιούνται από το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Χ ή και να ανακοινώνονται σε θυγατρικές ή συνδεδεμένες/συνεργαζόμενες με αυτό επιχειρήσεις στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους τα προσωπικά μου δεδομένα που περιλαμβάνονται στο παρόν έντυπο με σκοπό την απευθείας διαφήμιση ή προώθηση πωλήσεων προϊόντων ή υπηρεσιών». Ο άνθρωπος αναγκάστηκε να υπογράψει, για να πάρει την κάρτα και να απολαύσει τις ωφέλειες και τα προνόμια που αυτή του παρέχει, χωρίς όμως προηγουμένως να ρωτηθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο εάν συμφωνεί ειδικά με τον όρο αυτό, ο οποίος αφορά στη διαφήμιση και δεν έχει σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), μετά από σχετική καταγγελία του θιγόμενου καταναλωτή, έκρινε ότι ο όρος αυτός είναι παράνομος, παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, γιατί (α) μόνη η υπογραφή του αιτούντος σε προδιατυπωμένους όρους δεν δηλώνει ελεύθερη συγκατάθεση, (β) δεν του έγινε ειδική ενημέρωση για τον όρο αυτό και (γ) το περιεχόμενο του όρου είναι διαφορετικό από τους σκοπούς της σύμβασης.

Αποτέλεσμα; Η Τράπεζα δέχτηκε πρόστιμο 10.000 ευρώ.