Καταχρηστικοί όροι σε δάνεια από τράπεζες

1 Νοεμβρίου 2007

Όροι σε συμβάσεις δανείων από τράπεζες, με τους οποίους η τράπεζα μπορεί να αναπροσαρμόζει τα επιτόκια χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον πελάτη κριτήρια ειδικά, ορισμένα και εύλογα, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Εάν δηλαδή ο όρος επιτρέπει στην τράπεζα να αυξάνει μονομερώς το επιτόκιο ή να μην το μειώνει, κατά τρόπο ακαθόριστο ώστε να μην είναι ξεκάθαρη στον πελάτη η δυνατότητα παρακολούθησης και ελέγχου των αναπροσαρμογών, ο σχετικός όρος είναι άκυρος και εάν βάσει αυτού έχουν πληρωθεί χρήματα, μπορούν να επιστραφούν με σχετική δικαστική απόφαση.

Οι τράπεζες βάσει νόμου, έχουν υποχρέωση να παρέχουν στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες

Σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, στη σύμβαση πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, και η τράπεζα να παρέχει πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως, π.χ., παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας).

Η τράπεζα έχει επίσης υποχρέωση να μην αμελεί να προβαίνει σε ανάλογη προσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου, όταν μειώνεται το γενικό επιτόκιο αναφοράς.

Advertisements

Απαγόρευση κατάσχεσης ακινήτου

1 Νοεμβρίου 2007

Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση από τράπεζες, ακινήτου οφειλέτη από

καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, το οποίο αποδεδειγμένα αποτελεί τη μοναδική κατοικία του, με τις εξής προϋποθέσεις:

α) Να ασκήσει εγκαίρως εντός 15 ημερών ανακοπή κατά της κατάσχεσης

β) Η απαίτηση της τράπεζας να μην υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ (και ήδη 20.000 ευρώ)

γ) να μην έχει εγγραφεί στο ακίνητο αυτό προσημείωση υπέρ της τράπεζας, με τη βούληση του οφειλέτη

δ) ο οφειλέτης να μην έχει εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας για την οποία δεν ευθύνεται.

Πηγή: Νόμος 2121/1994 περί προστασίας καταναλωτών, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα


ΣΥΣΤΑΣΗ στις τράπεζες από το Συνήγορο του Καταναλωτή

6 Ιουνίου 2007

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, είναι μία Ανεξάρτητη Αρχή επιφορτισμένη με την συναινετική εξωδικαστική επίλυση καταναλωτικών διαφορών, έχοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να προβαίνει σε συστάσεις και υποδείξεις προς τους προμηθευτές, ιδίως όταν από την επιχειρηματική συμπεριφορά τους θίγεται μεγάλος αριθμός καταναλωτών.

O Συνήγορος του Καταναλωτή έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν σχετικής ενυπόγραφης αναφοράς, των υποθέσεων της αρμοδιότητάς του με στόχο την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή πρόσφατα απεύθυνε σύσταση προς τις τράπεζες που χορηγούν δάνεια σταθερού επιτοκίου στις συμβάσεις των οποίων συχνά προβλέπεται όρος για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, να τροποποιήσουν τις τυποποιημένες δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου ως προς τον σχετικό όρο προς την κατεύθυνση να προκύπτει από αυτόν η αιτία της επιβάρυνσης του δανειολήπτη, ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσής του και αναλυτικά τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή, χάριν της αρχής της διαφάνειας που συνιστά θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή αποφάσισε ότι η σύσταση αυτή θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί με στόχο την ταχύτερη και συνολική διευθέτηση του ζητήματος.

Οι λόγοι που οδήγησαν στη σύσταση αυτή είναι ότι σε δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου με τράπεζες που συνάπτει μεγάλος αριθμός πολιτών-καταναλωτών, έχουν παρατηρηθεί τα ακόλουθα:

1) Στις δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου διαπιστώνεται συχνά η ύπαρξη όρου για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου (π.χ. 2% ή έξι μηνών τόκοι κ.ά. επί του πρόωρα εξοφλούμενου κεφαλαίου).

2) Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική ποσοστιαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού με αποτέλεσμα οι επανατοποθετήσεις των κεφαλαίων από πρόωρα εξοφλούμενα δάνεια να πραγματοποιούνται με ευνοϊκότερους για τις τράπεζες όρους.

3) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 εδ. ια του Ν.2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι Γ.Ο.Σ. (γενικοί όροι συμβάσεων) που μεταξύ άλλων «ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (…)». Οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται, άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί και αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ. Για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΑΠ 430/2005). Οι Γ.Ο.Σ. πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή. Συνεπώς, ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος θα πρέπει να είναι για τον καταναλωτή σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο καταναλωτής θα πρέπει να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς την επιβάρυνση της πρόωρης εξόφλησης, ενώ η διαφάνεια και σαφήνεια θα πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την αιτία της παροχής αλλά και ως προς το περιεχόμενό της.

4) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 372 του ΑΚ «σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους είναι άκυρη».

5) Σύμφωνα με το κεφάλαιο Β της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (ΦΕΚ Α΄277/18.11.2002) «τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης 2. Ως προς τις χορηγήσεις η ελάχιστη ενημέρωση αφορά: (…) ix) Τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόωρης εξόφλησης (…) του δανείου, καθώς και τις επιβαρύνσεις, όπου αυτές επιτρέπονται, και τον τρόπο υπολογισμού τους.»

6) Είναι καταχρηστικός ο προδιατυπωμένος από την τράπεζα όρος καταβολής οικονομικής επιβάρυνσης στην περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου που χορηγείται με σταθερό επιτόκιο, ο οποίος όρος δεσμεύοντας οπωσδήποτε είτε από την αρχή είτε μεταγενεστέρως τον καταναλωτή: α. δεν διασαφηνίζει αν πρόκειται για αποζημίωση που σκοπό έχει την κάλυψη πράγματι ζημίας της τράπεζας ή αν πρόκειται για ποινική ρήτρα ανεξάρτητα από την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας. β. Δεν προκαθορίζει εκ των προτέρων εύλογα και ειδικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της ζημίας της τράπεζας ή της εκτάσεώς της και επομένως λόγω της αοριστίας αυτής του όρου παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, διότι δεν επιτρέπει στον καταναλωτή να αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς την επιβάρυνση της πρόωρης εξόφλησης.

7) Η αξίωση της τράπεζας για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από την πρόωρη εξόφληση δανείου δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή της να καταστήσει σαφές στο δανειολήπτη τι ζητά, για ποιο λόγο είναι υποχρεωμένος ο δανειολήπτης να το καταβάλει και πώς υπολογίζεται το ύψος της επιβάρυνσης αυτής, χάριν της αρχής της διαφάνειας του περιεχομένου των συμφωνιών, της τήρησης του άρθρου 372 του ΑΚ και της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002.

8) Η επιβάρυνση που καλείται ο δανειολήπτης να καταβάλει θα πρέπει να είναι εύλογη, αντικειμενική και δίκαιη και να μην υπερβαίνει το ύψος της πραγματικής ζημίας που υφίσταται η τράπεζα από την πρόωρη εξόφληση. Η ζημία που καλείται ο δανειολήπτης να αποκαταστήσει, αν και εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων τα οποία να εκτίθενται αναλυτικά. Κριτήρια υπολογισμού της ζημίας της τράπεζας είναι ο εναπομείναν χρόνος από την πρόωρη εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου, η απαλλαγή της τράπεζας από το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου. Επίσης, μία σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη στα τοκοχρεωλυτικά δάνεια συνίσταται στον τρόπο υπολογισμού της τοκοχρεωλυτικής δόσης ο οποίος έχει ως συνέπεια την προείσπραξη από την τράπεζα του μεγαλύτερου μέρους των τόκων στην αρχική περίοδο αποπληρωμής του δανείου δεδομένου ότι η εξόφληση του δανειζόμενου κεφαλαίου ακολουθεί μία αύξουσα πορεία σε αντίθεση με την εξόφληση των τόκων του κεφαλαίου της οποίας η πορεία είναι φθίνουσα.

9) Ο προδιατυπωμένος συνεπώς από την τράπεζα όρος υποχρεωτικής καταβολής οικονομικής επιβάρυνσης στην περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου που χορηγείται με σταθερό επιτόκιο, ο οποίος επιτρέπει στην τράπεζα να εισπράττει κατ’αποκοπή ποσό αποζημίωσης σε περίπτωση προεξόφλησης δανείου χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης ή της εκτάσεως της ζημίας της τράπεζας από την προεξόφληση, δηλαδή από τον οποίο δεν προκύπτουν αφενός ο λόγος της υποχρέωσης του δανειολήπτη καθώς δεν επιτρέπει στον δανειολήπτη να αντιληφθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό την αιτία της επιβάρυνσής του, εάν δηλ. αυτή αφορά πράγματι αποκατάσταση ζημίας της τράπεζας ή εάν επιβάλλεται ως είδος ποινής από τη στιγμή μάλιστα που δεν επιτρέπεται να μειωθεί στο προσήκον μέτρο ανάλογα με τη ζημία που υφίσταται η τράπεζα από την πρόωρη εξόφληση του δανείου, αφετέρου τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή, δηλαδή τον τρόπο υπολογισμού της, κατά τρόπο εύλογο για τον καταναλωτή, καθίσταται χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστος και παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

10) Με αυτήν την έννοια θα πρέπει να προκύπτει από τον όρο για καταβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου σταθερού επιτοκίου ο λόγος της υποχρέωσης του δανειολήπτη, ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσής του και αναλυτικά τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή.

Πηγή: www.synigoroskatanaloti.gr

Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση που οι παραπάνω όροι δεν περιλαμβάνονται στους ειδικούς όρους της τραπεζικής σύμβασης, ο δανειολήπτης-καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη μη πληρωμή της ποινής προεξόφλησης.


Πότε είναι έγκυρες οι συμφωνίες επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό

10 Μαΐου 2007

Στόχος των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισµού είναι η προστασία του ανταγωνισµού στην αγορά ως µέσο για την προώθηση της ευηµερίας του καταναλωτή και την εξασφάλιση µιας αποτελεσµατικής κατανοµής των πόρων. Σε κάποιες περιπτώσεις οι συµφωνίες που περιορίζουν τον ανταγωνισµό µπορεί να έχουν ευεργετικά αποτελέσµατα γι’ αυτόν χάρη στη βελτίωση της αποτελεσµατικότητας, η οποία µπορεί να δηµιουργήσει πρόσθετη αξία εξαιτίας της µείωσης του κόστους παραγωγής, της βελτίωσης της ποιότητας ή της δηµιουργίας ενός νέου προϊόντος ή υπηρεσίας.

Εφόσον τα ευνοϊκά για τον ανταγωνισµό αποτελέσµατα µιας συµφωνίας υπερτερούν έναντι των αρνητικών, η συµφωνία κρίνεται τελικά ευνοϊκή για τον ανταγωνισµό και σύµφωνη µε τους στόχους των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισµού. Τελικό αποτέλεσµα των εν λόγω συµφωνιών είναι η προώθηση της ίδιας της ανταγωνιστικής διαδικασίας ως προς την ουσία της, και συγκεκριµένα η προσέλκυση πελατείας µε την προσφορά καλύτερων προϊόντων ή καλύτερων τιµών από εκείνες που προσφέρουν οι ανταγωνιστές. Από τις περιοριστικές, λοιπόν, συµφωνίες µπορούν να προκύψουν αντικειµενικά οικονοµικά οφέλη που να αντισταθµίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις του περιορισµού του ανταγωνισµού.

Για να είναι νόμιμες αυτές οι συμφωνίες, πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα τέσσερις προϋποθέσεις, δύο θετικές και δύο αρνητικές:

α) η συµφωνία πρέπει να συµβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανοµής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονοµικής προόδου,

β) πρέπει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές δίκαιο τµήµα από το όφελος που προκύπτει,

γ) οι περιορισµοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των στόχων αυτών, και τέλος

δ) η συµφωνία δεν πρέπει να παρέχει στα µέρη τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισµού επί σηµαντικού τµήµατος των σχετικών προϊόντων.

Εφόσον πληρούνται οι τέσσερις αυτές προϋποθέσεις, η συµφωνία ενισχύει τον ανταγωνισµό στη σχετική αγορά, δεδοµένου ότι οδηγεί τις ενδιαφερόµενες επιχειρήσεις στην προσφορά φθηνότερων ή καλύτερων προϊόντων στους καταναλωτές, αποζηµιώνοντας έτσι τους τελευταίους για τα δυσµενή αποτελέσµατα που έχουν οι περιορισµοί του ανταγωνισµού.
Πηγή: Ανακοίνωση Ε.Ε. 2004/C101/08

 


«Περίεργοι» όροι σε συμβάσεις με τράπεζες

26 Απριλίου 2007

Πολίτης-καταναλωτής ζήτησε από την Τράπεζά του να του χορηγήσει κάρτα αυτόματης ανάληψης μετρητών. Η Τράπεζα του ζητάει να συμπληρώσει και να υπογράψει προεκτυπωμένη αίτηση για χορήγηση χρεωστικής κάρτας. Στην αίτηση σε παράγραφο με τίτλο «Διαβάστε προσεκτικά και υπογράψτε» υπάρχει ο όρος: «Δέχομαι να χρησιμοποιούνται από το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Χ ή και να ανακοινώνονται σε θυγατρικές ή συνδεδεμένες/συνεργαζόμενες με αυτό επιχειρήσεις στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους τα προσωπικά μου δεδομένα που περιλαμβάνονται στο παρόν έντυπο με σκοπό την απευθείας διαφήμιση ή προώθηση πωλήσεων προϊόντων ή υπηρεσιών». Ο άνθρωπος αναγκάστηκε να υπογράψει, για να πάρει την κάρτα και να απολαύσει τις ωφέλειες και τα προνόμια που αυτή του παρέχει, χωρίς όμως προηγουμένως να ρωτηθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο εάν συμφωνεί ειδικά με τον όρο αυτό, ο οποίος αφορά στη διαφήμιση και δεν έχει σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), μετά από σχετική καταγγελία του θιγόμενου καταναλωτή, έκρινε ότι ο όρος αυτός είναι παράνομος, παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, γιατί (α) μόνη η υπογραφή του αιτούντος σε προδιατυπωμένους όρους δεν δηλώνει ελεύθερη συγκατάθεση, (β) δεν του έγινε ειδική ενημέρωση για τον όρο αυτό και (γ) το περιεχόμενο του όρου είναι διαφορετικό από τους σκοπούς της σύμβασης.

Αποτέλεσμα; Η Τράπεζα δέχτηκε πρόστιμο 10.000 ευρώ.